Βιβλιοκριτική: Μάριος Εμμανουηλίδης & Αφροδίτη Κουκουτσάκη: «Χρυσή Αυγή και Στρατηγικές διαχείρισης της κρίσης»

Βιβλιοκριτική: Μάριος Εμμανουηλίδης & Αφροδίτη Κουκουτσάκη: «Χρυσή Αυγή και Στρατηγικές διαχείρισης της κρίσης»

«Το νερό δε δροσίζει – κι ούτε άλλωστε ζητάς να δροσιστείς· φοβάσαι μάλιστα μήπως και κάτι το έντονα ψυχρό δείξει βαθύτερα τη διαφορά με τη δική μας χαλαρή θερμότητα που κάπως αναπαύει», (Γιάννης Ρίτσος, ‘Η Επιστροφή της Ιφιγένειας’).

Το βιβλίο του Μάριου Εμμανουηλίδη & της Αφροδίτης Κουκουτσάκη με τίτλο «Χρυσή Αυγή και Στρατηγικές διαχείρισης της κρίσης», συνιστά μία διεισδυτική ανάλυση του κοινωνικοπολιτικού φαινομένου «Χρυσή Αυγή».

Οι δύο συγγραφείς με τα κείμενά τους, εστιάζουν στην παρουσία της Χρυσής Αυγής, στο περιεχόμενο της βίαιης δράσης της, στη νεοναζιστική βία των συναινέσεων-διαρρήξεων που «εμβαπτίζεται» στα νάματα του καθημερινά πολιτικού, της λεκτικής-ιδεολογικής διερώτησης και της πολιτικής-σωματικής απόκρισης πάνω στα σώματα των «άλλων».

Σε αυτό το πλαίσιο, δύναται να προσδιορίσουν την συγκρότηση των επάλληλων «ζωνών» δραστηριοποίησης στο χώρο, το καθεστώς της ρατσιστικής, «κυβερνολογικής» (Michel Foucault), «ευφορίας», την «Ελληνικότητα» του αδιάσειστου κανόνα: «εργασία μόνο για Έλληνες».

Τα δύο κείμενα «επικοινωνούν» μεταξύ τους, κοινοποιώντας την «κυβερνολογική» της κρισιακής ρατσιστικής-νεοναζιστικής βίας, τους όρους της συμβολικής και μη «ανασυγκρότησης» της Χρυσής Αυγής στο πεδίο του κοινωνικού, τους πολιτικούς-ιδεολογικούς λόγους της Χρυσαυγίτικης άμυνας και επίθεσης, της κοινωνιο-εθνικής «ομογενοποίησης» με και εντός της ακτίνας του «στόχου».

Τα δοκίμια περί Χρυσής Αυγής εντοπίζουν αναλυτικά τα όρια και της κρατικής-κατασταλτικής βίας της περιόδου της κρίσης (Αφροδίτη Κουκουτσάκη), καθώς και τις λογικές μίας δυνάμενης «επικοινωνίας» της με την ασκούμενη Χρυσαυγίτικη βία και με το «ύφος» και ήθος της. Η πολύσημη λεκτική-σωματική βία, δύναται να προσδιοριστεί ως «κομφορμισμός» και ως ιδιαίτερη, Χρυσαυγίτικη «Επανάσταση».

Επίσης, δύναται να μεταβούμε (πολιτική θεωρητικής μετάβασης) στον προσίδιο συμβολισμό του ονόματος: Χρυσή Αυγή, ή η Χρυσή Αυγή ως «Επανάσταση» του, συμβολικά και μη, προσιτού και εφικτού. Το όνομα επι-φέρει την πολιτική της αναγνώρισης: στο όνομα, αναγνωρίζεται το εύρος και η ακτίνα, το πρόταγμα και η διαχείριση του στο πεδίο του κοινωνικού, το κοινωνικοπολιτικό μπλοκ της εστίασης.

Η νέο-ναζιστική οργάνωση ως εύρος και ιδιαίτερη «στρατηγική διαχείρισης» της κρίσης καθίσταται «φιλανθρωπία» του εφικτού, προσιδιάζοντας σε πολιτικές «ενσάρκωσης» του φαντασιακά και μη, του «καθαρά» εθνικού, «ζώσα» και ρέουσα αποτύπωση ενός επιθετικού-εκτατικού κοινωνικού πλήθους, που, δύναται να μετασχηματίσει το υπόδειγμα «δεν θα γίνεις Έλληνας ποτέ, Αλβανέ», σε τρέχον υπόδειγμα: στην Ελληνικότητα της διαχεόμενης ισχύος επί των επισφαλών υποκειμένων.

Η Χρυσή Αυγή δρώντας την νύχτα και την ημέρα, επιδιώκει να «δρασκελίσει» την δική της «Ημέρα της κρίσεως» (όπως καταδεικνύουν ουσιαστικά οι δύο συγγραφείς).

Το πολιτικό-ιδεολογικό της απόθεμα καθίσταται η ίδια και η άλλη «στρατηγική διαχείρισης της κρίσης», καθίσταται «ποινικό-εκκαθαριστικό» πλαίσιο-πλέγμα.

Παραπέμποντας και παραλλάσσοντας ελαφρά τον Walter Benjamin, το κόμμα της Χρυσής Αυγής προχωρά στην έκφραση & στην «αισθητικοποίηση»[1] του κοινωνικοπολιτικού γίγνεσθαι και της πολιτικής-ιδεολογικής δράσης της, φέροντας την ίδια αίσθηση του ρητού ή του ρητά αξιακού, της πολιτικής όσο και «ποινικής» απόφανσης.

Μία κατατοπιστική όσο και επίκαιρη (δίκη της Χρυσής Αυγής και όχι μόνο), ανάλυση από τους δύο συγγραφείς. Ο Μάριος Εμμανουηλίδης και η Αφροδίτη Κουκουτσάκη τέμνουν αναλυτικά το πεδίο της δράσης της Χρυσής Αυγής. Όπως το θέτει με ενάργεια ο Βαγγέλης Γαλάνης, «αξίζει να αναρωτηθεί κανείς για τη ριζική επίθεση του φασισμού (παλαιού και νέου) στο σώμα, στη σωματικότητα (υλικότητα), καθώς αυτός εξοντώνει (διαχρονικά) την προοπτική ενός είναι και όχι ενός πράττειν».

 

[1] Βλέπε σχετικά, Benjamin Walter: «Ο Φασισμός κατά συνέπεια καταλήγει στην αισθητικοποίηση της πολιτικής ζωής», Βλέπε σχετικά, Benjamin Walter, ‘Το έργο τέχνης στην εποχή της τεχνικής αναπαραγωγιμότητας του’, ‘Δοκίμια για την Τέχνη’, Μετάφραση: Κούρτοβικ Δημοσθένης, Εκδόσεις Κάλβος, 1978, σελ. 34.

*Γράφει ο Σίμος Ανδρονίδης, υποψήφιος διδάκτωρ στο τμήμα Πολιτικών Επιστημών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης

 

Show Buttons
Hide Buttons