Η (μη) συζήτηση για την Συνταγματική Αναθεώρηση

Η (μη) συζήτηση για την Συνταγματική Αναθεώρηση

Είχαμε τονίσει στο παρελθόν η δημόσια συζήτηση θα «φιλτράρεται» όλο και περισσότερο όσο πορευόμαστε προς τις εθνικές εκλογές, υπό το πρίσμα της σκληρής και εντεινόμενης αντιπαράθεσης του όψιμου δικομματισμού, μεταξύ ΣΥΡΙΖΑ και ΝΔ. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο είχαμε επίσης αναφέρει ότι θα συμπεριλαμβάνονται, εκτός από τα όποια πολιτικά ζητούμενα και πρωτοβουλίες, οι κινήσεις και οι θέσεις των υπολοίπων πολιτικών δυνάμεων. «Θύμα» της συγκεκριμένης συγκυρίας φαίνεται πως έπεσε και η διατύπωση από το Κίνημα Αλλαγής σειράς προτάσεων για την Συνταγματική Αναθεώρηση, οι οποίες δεν αντιμετωπίστηκαν στην ουσία τους και ως προς το περιεχόμενό τους αλλά σύμφωνα με την άσκηση ισορροπίας και αποστάσεων ή …προσεγγίσεων ανάμεσα στις δύο κυρίαρχες πολιτικές δυνάμεις.

Είναι φανερό, από σειρά γεγονότων και μετρήσεων, πως η διάρθρωση των πολιτικών δυνάμεων στην παρούσα συγκυρία, δεν προσφέρεται για κανενός είδους συναινετικές και μακρόπνοες θεσμικές διεργασίες. Αφενός η πλήρης θεσμική αναξιοπιστία της κυβερνητικής πλειοψηφίας των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ που ξεκινά από την πλήρη αθέτηση των προεκλογικών υπεσχημένων και καταλήγει σε μια σειρά από θεσμικές ακροβασίες και αντισυνταγματικές (σύμφωνα με σειρά αποφάσεων του ΣτΕ) νομοθετικές παρεμβάσεις κι αφετέρου η εντατικοποίηση των αντιπολιτευτικών ρυθμών από την ΝΔ, η οποία σχεδιάζει την στρατηγική της ως διάδοχη δύναμη εξουσίας, κλείνουν κάθε παράθυρο ουσιαστικών συζητήσεων και βιώσιμης διακομματικής συνεννόησης.

Αυτό σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει πως σταματά η λειτουργία και η δράση των υπολοίπων πολιτικών δυνάμεων που δεν μετέχουν στην άμεση διεκδίκηση της κυβερνητικής πλειοψηφίας. Τα κόμματα υποχρεούνται να συνεισφέρουν ενεργά και τεκμηριωμένα τις θέσεις τους στον δημόσιο διάλογο, με πρώτους και κύριους αποδέκτες του πολίτες, οι οποίοι στο κάτω κάτω έχουν πάντα το τελευταίο λόγο. Αντί για την επιλογή, οι προτάσεις για την αναθεώρηση να γίνουν μέρος του δικομματικού παιχνιδιού, θα ήταν πολιτικά επωφελέστερο αν παρουσιάζονταν πρώτα στους πολίτες με ανοιχτή διαβούλευση, ώστε να ζητηθεί ο σχολιασμός και να εμπλουτιστούν με απόψεις από την βάση. Μια σημαντική πρωτοβουλία που απευθύνονταν στους πολίτες και θα προκαλούσε πολιτικές τοποθετήσεις από τα άλλα κόμματα, θα είχε μεγαλύτερο ενδιαφέρον από τους πολίτες που είναι το ζητούμενο και θα εξασφάλιζε την εσωτερική ενότητα.

Όμως για να έχουν νόημα αλλά και απτό αποτέλεσμα οι όποιες πρωτοβουλίες και παρεμβάσεις τους, θα ήταν πιο αποτελεσματικό αν εντασσόταν η στρατηγική τους στην διαμόρφωση του πολιτικού σκηνικού. Ένα σκηνικό με τα χαρακτηριστικά των δύο Συμπληγάδων, ανάμεσα στις οποίες θα διαδραματιστεί το έργο της πολιτικής τους επιβίωσης, όπως είχαμε αναφέρει σε παλαιότερες αναλύσεις μας. Διαφορετικά θα οδηγούμαστε σε αποτελέσματα όπως η πρόσφατη κατάληξη των προτάσεων του ΚΙΝ.ΑΛ. για την Συνταγματική αναθεώρηση. Οι προτάσεις κατέληξαν να θεωρηθούν εντός κι εκτός του κομματικού σχηματισμού ως «πρώτη ύλη» για πιθανή μελλοντική συμπόρευση με τον ΣΥΡΙΖΑ, σε αντίθεση με όσα οι μετρήσεις αναδεικνύουν για τις προθέσεις και τις επιλογές της κομματικής βάσης του νεοσύστατου σχηματισμού της κεντροαριστεράς.

Η τακτική του ΣΥΡΙΖΑ έως τις εκλογές αναμένεται να είναι πολυεπίπεδη, ως προς την αλίευση ψήφων από όσες δεξαμενές έχουν ακόμα πιθανότητες να του δώσουν ποσοστά. Πότε θα μετέρχεται μεθόδων σκανδαλολογίας (δάνεια κομμάτων κλπ), πότε θα ρίχνει γέφυρες στο ΚΙΝΑΛ, πότε θα ομνύει στην ανάγκη εθνικής συναίνεσης και πότε θα υποστηρίζει το αφήγημα της δήθεν εξόδου από τα μνημόνια. Μία εύθραυστη και αντιφατική τακτική που σκοπό έχει όχι μόνο να συλλέξει ψήφους, αλλά να αποτινάξει από επάνω του την φθορά της «παρά φύση» καιροσκοπικής συνεργασίας με τους ΑΝΕΛ και να διαμορφώσει το μετεκλογικό σκηνικό με τους καλύτερους δυνατούς όρους για το κόμμα.

Αυτό που παραμένει όμως πάντα ως η ζητούμενο για την χώρα βέβαια, είναι η καλλιέργεια εδάφους συναινέσεων και συνεργασιών προκειμένου να αντιμετωπιστούν με διαχρονική και διακομματική αξιοπιστία μεγάλα εκκρεμή ζητήματα, ίσως σημαντικότερα κι από την συνταγματική αναθεώρηση και η διαμόρφωση κουλτούρας και πνεύματος «εθνικού σχεδιασμού»,  ο οποίος θα ξεπερνά την θητεία της εκάστοτε κυβέρνησης. Μέχρι τότε, η (μη) συζήτηση θα γίνεται με όρους τρέχουσας επικαιρότητας και με τα πρόσκαιρα συμφέροντα και στρατηγικές της εκάστοτε συγκυρίας.

Του Γιάννη Μαστρογεωργίου, Διευθυντή του «Δικτύου για τη Μεταρρύθμιση στην Ελλάδα και την Ευρώπη»

 

Show Buttons
Hide Buttons