Ο Έλληνας στον καθρέφτη *Του Κωνσταντίνου Δαρδαμάνη

Ο Έλληνας στον καθρέφτη *Του Κωνσταντίνου Δαρδαμάνη

Στην αρχαιότητα, άνθρωποι από όλα τα μήκη και πλάτη του τότε γνωστού κόσμου, προσέρχονταν στο Μαντείο των Δελφών προκειμένου να λάβουν απαντήσεις. Εκεί λοιπόν, στο αέτωμα του Ναού του Απόλλωνα, δέσποζαν τα σημαντικότερα Δελφικά Παραγγέλματα. Το κυριότερο ίσως εξ’ αυτών, το «Γνώθι Σαυτόν», να γνωρίσεις τον εαυτό σου δηλαδή, παραμένει ακόμη και σήμερα άπιαστο όνειρο ιδίως, για εμάς τους Έλληνες. Η πλήρης απουσία κάθε έννοιας αυτογνωσίας, ουδέποτε έγινε τόσο αντιληπτή όσο στα χρόνια της τρέχουσας κρίσης.

Η χώρα μας, συμπλήρωσε οκτώ έτη υπό καθεστώς Μνημονίου και αν εξαιρέσουμε την ανάπτυξη, που σημειώθηκε στα τέλη του 2014, διανύσαμε εννέα χρόνια σε ύφεση μέχρι και το 2016, έχοντας απολέσει περί το 27% του ΑΕΠ. Παράλληλα, παραμένουμε η μοναδική χώρα της Ευρωζώνης σε κατάσταση στασιμοχρεωκοπίας και φυσικά υπό αυστηρή επιτήρηση. Ποια είναι όμως τα αίτια αυτής της μοναδικότητας; Πολλοί τα αποδίδουν στο μείγμα πολιτικής, άλλοι στο ύψος του χρέους, ενώ αρκετοί στην έλλειψη συναίνεσης. Φοβούμαι όμως πως ασχολούνται με επιμέρους ζητήματα και στην πραγματικότητα δεν εντοπίζουν τη βαθύτερη αιτία της ιδιαιτερότητά μας ως κοινωνίας και κράτους. Η αλήθεια είναι ότι στην Ελλάδα διαχρονικά, το πλέον δύσκολο πράγμα είναι η ανάληψη ευθύνης, τόσο σε πολιτικό όσο και σε ατομικό επίπεδο.

Οι Έλληνες γαλουχηθήκαμε, επί περίπου τέσσερις δεκαετίες, σε ένα μη βιώσιμο, κοντόφθαλμο και νοσηρό ακόμα τρόπο ζωής και σκέψης. Μάθαμε να ζούμε με δανεικά, να διεκδικούμε αιτήματα, όσο αυθαίρετα ή παράλογα κι αν είναι, παραβλέποντας πως τίποτα δεν είναι δωρεάν στη ζωή. Γίναμε μια κοινωνία της ήσσονος προσπάθειας, που ως απόλυτη επιδίωξη είχε το βόλεμα σε ένα τεράστιο και σπάταλο Δημόσιο Τομέα. Αν και είναι δυσδιάκριτη η απαρχή του εθνικού μας δράματος, η πιο εμφανής αφετηρία είναι το ’81.

Καλλιεργώντας την παραπάνω νοοτροπία, η τότε κυβέρνηση του τόπου ξεκίνησε τη διόγκωση του κράτους, μια διόγκωση που μας οδήγησε από τις 250 χιλιάδες περίπου, δημοσίους υπαλλήλους σε παραπάνω από ένα εκατομμύριο, λίγο πριν την κατάρρευση της οικονομίας μας, χωρίς φυσικά να έχει υπάρξει ουσιαστική μεταβολή τόσο του πληθυσμού της χώρας, όσο και της ποιότητας των παρεχόμενων υπηρεσιών. Παράλληλα, το Ασφαλιστικό μας σύστημα γινόταν ολοένα και πιο «γενναιόδωρο», σε βάρος φυσικά της οικονομίας και των μελλοντικών γενεών. Παχυλά εφάπαξ, πρόωρες συνταξιοδοτήσεις σε σαραντάρηδες, πολλαπλές συντάξεις, συντάξεις αναπηρίας σε ποσοστά του πληθυσμού που δεν εμφανίζουν ούτε χώρες μετά από πόλεμο κ.ο.κ. Τι είχε όλο αυτό ως αποτέλεσμα; Μα φυσικά τη δημιουργία ελλειμμάτων επί σειράν δεκαετιών και άρα την εκτόξευση του δημοσίου χρέους σε δυσθεώρητα ύψη. Πιο συγκεκριμένα, η χώρα μας εμφάνιζε δημοσιονομικό έλλειμμα καθ’ όλη τη διάρκεια, από το 1981 μέχρι προσφάτως, ενώ οι δημόσιες δαπάνες ως ποσοστό του ΑΕΠ, ανήλθαν από το 31% στο 55% τα τελευταία χρόνια, αγγίζοντας επίπεδα που θυμίζουν σοβιετικού τύπου οικονομία. Παρά ταύτα, υπάρχουν ακόμη «ειδικοί», που επικαλούμενοι τον Κεϋνσιανισμό, υποστηρίζουν πως η κρίση οφείλεται στις χαμηλές δημόσιες δαπάνες, ο ορισμός της παράνοιας δηλαδή, ή της ασχετοσύνης. Ισχυρίζονται πως το PSI διέλυσε τα Ασφαλιστικά Ταμεία, επειδή από το κούρεμα των ομολόγων το 2012, τα Ταμεία υπέστησαν ζημία €13 δισ. περίπου, στιγμή κατά την οποία λαμβάνουν ως κρατική επιδότηση για να καλύψουν τα ελλείμματά τους περί τα €18 δισ. ετησίως! Με άλλα λόγια από το 2000 έως το 2014, το δημόσιο χρέος της χώρας αυξήθηκε κατά €200 δισ. μόνο από την τρύπα του Ασφαλιστικού. Τέλος, προς τέρψιν μερικών ισχυρών επαγγελματικών και επιχειρηματικών ομάδων, ορθώθηκαν τείχη που προστατεύουν, κόντρα σε κάθε λογική υγιούς ανταγωνισμού και κοινωνικής δικαιοσύνης, ουκ ολίγα προκλητικά προνόμια, καλλιεργώντας έτσι έναν κρατικοδίαιτο και  κλειστό ιδιωτικό τομέα.

Οι Έλληνες λοιπόν, αντί να συνειδητοποιήσουμε πως πρέπει να αλλάξουμε άρδην τα πάντα, προκειμένου να βγούμε επιτέλους από την κρίση, προτιμούμε να αναζητούμε ενόχους και φυσικά να πιστεύουμε ακόμη και την πιο γελοία θεωρία ή λύση, παρά να πράξουμε τα δέοντα. Αντί να αποδεχθούμε πως η σοσιαλιστική οικονομική πολιτική, ο κρατισμός και η κρατική σπατάλη που αυτή συνεπάγεται, μας οδήγησαν στην τεράστια κρίση που βιώνουμε, μεταθέτουμε τις ευθύνες μας σε «εχθρούς». Η λίστα είναι μακρά:  Illuminati, Σιωνιστές, Γερμανοί, ΔΝΤ, Rothschild κτλ Όπως αντίστοιχα, αντί να αποφασίσουμε να κάνουμε επιτέλους, τη χώρα μας ανταγωνιστική, παραγωγική και ελκυστική στις επενδύσεις, πιστεύουμε σε «Μεσσίες» και μαγικές λύσεις, που δεν απαιτούν από πλευράς μας κανένα κόπο και προσπάθεια. Από τους ομόθρησκους Ρώσους, τους Κινέζους, τα τρις του Σώρρα, τα €12 δισ. παροχές του Τσίπρα, τη δραχμή και φυσικά τα πετρέλαια. Ο λόγος, δεν είναι άλλος, παρά η πλήρης έλλειψη αυτογνωσίας και ανάληψης ευθύνης. Αρνούμαστε με λίγα λόγια να κοιταχτούμε στον καθρέφτη!

Εν αντιθέσει με τα απολυταρχικά καθεστώτα, όπου πράγματι οι πολίτες μπορούν να επιρρίψουν το σύνολο των ευθυνών στον ηγέτη-τύραννο, στις δημοκρατίες οι πολίτες φέρουν κολοσσιαία ευθύνη. Τους ηγέτες μας, τους επιλέγουμε και τους αναδεικνύουμε εμείς. Κάθε φορά που ψηφίζουμε κάποιον με αποκλειστικό κριτήριο, το προσωπικό ή έστω στενά οικογενειακό μας συμφέρον, γινόμαστε συνένοχοι σε μια νοσηρή πελατειακή σχέση, συμβάλλουμε δηλαδή στο μέτρο που μας αναλογεί, στην οικοδόμηση της παθογένειας που παρατηρείται στην πατρίδα μας. Ο διορισμός των παιδιών μας στο Δημόσιο με «πολιτικό μέσο», οφείλουμε να ξέρουμε, πως γίνεται σε βάρος των υπολοίπων νέων που αναζητούν εργασία, σε βάρος κάθε έννοιας αξιοκρατίας και της ποιότητας παροχής υπηρεσιών στον πολίτη, διότι σε πολλές περιπτώσεις, ο διορισμένος κατ’ αυτόν τον τρόπο αντιλαμβάνεται το δημόσιο ως κτήμα του. Το ίδιο συμβαίνει, όποτε στηρίζουμε τη δημόσια σπατάλη σε κάθε της μορφή, είτε αυτή είναι μια ευνοϊκότερη μετάθεση, είτε το άνοιγμα Πανεπιστημιακών Τμημάτων και ΤΕΙ άνευ ουσιαστικού αντικειμένου, είτε η συντήρηση υπεράριθμων  στρατοπέδων και ούτω καθεξής.

Οφείλουμε να αντιληφθούμε ως κοινωνία, πως η ψήφος μας αλλά και η ενεργοποίησή μας ως πολίτες αποτελεί ύψιστη ευθύνη και αναγκαία προϋπόθεση για την ορθή λειτουργία του κράτους μας και την οριστική έξοδο από την κρίση. Πρέπει να αποκτήσουμε περισσότερο μακρόπνοη λογική, να επιλέγουμε ορθολογικά και να μη παρασυρόμαστε από τις σειρήνες του λαϊκισμού. Αντί για τον πολιτικό που θα διορίσει «Καρανίκες», να επιλέξουμε αυτόν που θα διαμορφώσει τις συνθήκες προσέλκυσης επενδύσεων και άρα δημιουργίας περισσότερων θέσεων εργασίας. Αντί για αυτόν που θα προστατεύσει τα συντεχνιακά προνόμια κάποιων golden boys των ΔΕΚΟ ή κλειστών επαγγελμάτων, να υποστηρίξουμε με θέρμη αυτόν, που θα προσπαθήσει να μεταρρυθμίσει το κράτος μας και να διορθώσει τα κακώς κείμενα. Να κατανοήσουμε επιτέλους, πως στο σημερινό αδιέξοδο μας οδήγησε κυρίως, το πελατειακό πολιτικό σύστημα, ο κρατισμός και η δημόσια σπατάλη. Κατά συνέπεια, να υποστηρίξουμε τις πολιτικές εκείνες, που θα κάνουν το κράτος μας σαφώς μεν μικρότερο, αλλά ταυτόχρονα πολύ πιο αποτελεσματικό και λειτουργικό.

Η χώρα μας έχει ανάγκη από μια κυβέρνηση, που με την ουσιαστική υποστήριξη της κοινωνίας και των πολιτών, θα προβεί σε μια σειρά από δομικές μεταρρυθμίσεις. Μεταρρυθμίσεις, όπως η αξιολόγηση κρατικών δομών και δημοσίων υπαλλήλων, η κινητικότητα, η ταχύτερη απονομή της Δικαιοσύνης, η ηλεκτρονική διακυβέρνηση, η δραστική μείωση της γραφειοκρατίας, το Κτηματολόγιο και φυσικά, η Αριστεία. Με βάση όλα αυτά θα μπορέσει μια πραγματικά φιλελεύθερη κυβέρνηση, όχι μόνο να προβεί στη μείωση των δυσβάσταχτων φορολογικών και ασφαλιστικών βαρών, δίνοντας έτσι μια πολύτιμη ανάσα στην πραγματική οικονομία, αλλά κυριολεκτικά να μεταμορφώσει μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα τη χώρα μας σε ένα σύγχρονο και ανταγωνιστικό δυτικό ευρωπαϊκό κράτος. Αναγκαία συνθήκη όμως, τόσο για την πολυπόθητη αυτογνωσία, εθνική και προσωπική, όσο και για την εύρυθμη λειτουργία της Δημοκρατίας είναι  η Παιδεία μας. Εδώ λοιπόν είναι που οφείλει να επιδείξει ιδιαίτερο μεταρρυθμιστικό ζήλο η επόμενη κυβέρνηση. Καθότι η Παιδεία, αποτελεί ίσως τον θεμελιώδη εκείνο λίθο, πάνω στον οποίο δύναται να οικοδομηθεί η μακροχρόνια ευημερία των ανθρώπων. 

Καταλήγοντας, θεωρώ πως καθίσταται πλέον σαφές, πως μόνο με την συνειδητή στήριξη της πολιτικής αλλαγής που απαιτείται, τόσο σε επίπεδο προσώπων όσο και σε επίπεδο πολιτικής, μπορούμε να ελπίσουμε σε ένα καλύτερο μέλλον και σε μια χώρα που θα μας αξίζει. Οι Έλληνες αξίζουμε καλύτερα και μπορούμε καλύτερα, φτάνει να το αποφασίσουμε.

(Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Πρωινός Λόγος» στο φύλλο της Παρασκευής, 21/12/2018)

*Ο Κωνσταντίνος Δαρδαμάνης είναι πολιτικό στέλεχος που έχει αναδειχθεί μέσα από τη διαδικασία αξιολόγησης του Μητρώου Στελεχών της Νέας Δημοκρατίας καθώς και  συμμετέχει στον Τομέα Οικονομίας και Ανάπτυξης.

 

Show Buttons
Hide Buttons