Ο θάνατος του καλύτερού μου φίλου (ένα χρόνο μετά)

Ο θάνατος του καλύτερού μου φίλου (ένα χρόνο μετά)

Αύγουστος. Ο μήνας των διακοπών και της χαλάρωσης, το γνωστό τραγούδι του Παπάζογλου, οι ορδές των τουριστών, τα πανηγύρια, τα πρώτα σταφύλια. Και από πέρυσι… ο μήνας που είδε για τελευταία φορά τον κόσμο μας ο πατέρας μου. «Το ξέρει;», μας ρώταγαν, όταν πρωτοδιαγνώστηκε,  «να μην το μάθει», μας έλεγαν!  Όχι, ότι είχε σημασία. Καταλάβαινε πολύ καλά τι του είχε συμβεί. Είχε το θάρρος να το παραδεχτεί, την ασθένειά του, δημοσίως στην παρουσίαση του βιβλίου του τον Οκτώβριο του 2017. Είχε το σωματικό και ψυχικό σθένος να ζήσει συμφιλιωμένος μαζί της. Στα δύο χρόνια που ακολούθησαν τη διάγνωση, ποτέ δεν την άφησε να σταθεί εμπόδιο στην καθημερινότητά του, ποτέ δεν τη φοβήθηκε. Συμπεριφερόταν σαν να επρόκειτο για κάτι περαστικό. Μόνο που δεν ήταν. Τα πράγματα έγιναν όπως τα είχαν προβλέψει οι γιατροί όταν είδαν τις πρώτες εξετάσεις. Ο Γιώργος Κρανάς έφυγε από τη ζωή το πρωί της 2ας Αυγούστου 2018, αξιοπρεπώς, όπως ακριβώς έζησε. 

Έφυγε… Και πήγε πού; Όταν ήμουν μικρή ήξερα τουλάχιστον που πήγαινε όταν έφευγε: στη δουλειά. «Τι δουλειά κάνει ο μπαμπάς σου;», μας ρώταγε στο δημοτικό ο δάσκαλος σε μια προσπάθεια να μας κατατάξει ως οικογένεια στην κοινωνικοοικονομική κλίμακα του μυαλού του. «Εφοριακός», απαντούσα και όλη η τάξη έβγαζε ένα επιφώνημα φόβου. Ήταν άραγε όλοι οι δεκάχρονοι  συμμαθητές μου βουτηγμένοι στη φοροδιαφυγή; Όχι προφανώς, αλλά τους είχε ήδη εντυπωθεί ότι «εφοριακός σημαίνει αυτός που θέλει να γεμίσει τις τσέπες του με τα λεφτά μας». Ήταν έτσι ο πατέρας μου; Καθόλου! Αργότερα όταν μπήκε στο σώμα Επιθεωρητών Εφορίας, οι έφηβοι πλέον συμμαθητές μου, με ρώταγαν αν είναι “ράμπο της εφορίας” και αμέσως έκανα εικόνα τον μπαμπά, με κόκκινο μαντήλι στο κεφάλι, στολή παραλλαγής και κυνηγετικό μαχαίρι, να κυνηγά φοροφυγάδες. Ήταν έτσι ο πατέρας μου; Καθόλου. Και πώς ήταν τελικά;

Ήταν ο πιο γλυκός, ο πιο καλός, ο πιο συμπονετικός, ο πιο αστείος, ο πιο συζητήσιμος, ο πιο φιλικός μπαμπάς του κόσμου. Ναι, έχω ακούσει ότι στην εφορία δεν ήταν και ο πιο «χαλαρός» προϊστάμενος, αλλά στην εφορία δεν προσλαμβάνεσαι για να είσαι χαλαρός, αλλά για να δίνεις λύσεις σε δύσκολα φοροτεχνικά προβλήματα. Και εκείνος το έκανε. Και κάπως έτσι νομίζω απέκτησε τη φήμη του αυστηρού μεν, αλλά καλού και αδιάφθορου εφοριακού. Κάτι σαν τους καλούς «μπάτσους» στις αμερικάνικες ταινίες. Και όπως αυτοί προσπαθούν  να λύσουν το μυστήριο με μια κούπα καφέ, έτσι και ο μπαμπάς πίνοντας νες όλο γάλα (σχεδόν αποκλειστικά), περνούσε ώρες λύνοντας περίπλοκα φορολογικά «μυστήρια». Του άρεσε. Ήταν απ’ τους τυχερούς που του άρεσε το επάγγελμά του. Το καλοκαίρι πριν τη διάγνωση, μετέφερε την εργασιακή  του εμπειρία σε μια φίλη μας, που μόλις είχε διοριστεί στην εφορία. Μιλούσε για τα φορολογικά όπως οι καλλιτέχνες μιλάνε για την τέχνη τους. Το πάθος και η λάμψη που είδα στα μάτια του με άφησαν άυπνη εκείνο το βράδυ, να αναρωτιέμαι πως είναι δυνατόν να παθιάζεται κάποιος τόσο πολύ με το Ε1. Εκεί όμως που οι άλλοι έβλεπαν βουνά γραφειοκρατίας και λαβύρινθους νόμων, εκείνος έχτιζε γέφυρες και ανακάλυπτε μυστικά περάσματα. Και ήταν αυτή η έξαψη του να λύνεις ένα πρόβλημα, που άλλοι βρίσκουν ανυπόφορο να ασχοληθούν, που τον γέμιζε. Μετά από εκείνη τη μέρα, συχνά αναρωτιέμαι: Μήπως έχασα κάτι πολύ σημαντικό που δεν ακολούθησα κι εγώ τον κλάδο, παρά την επιθυμία του;

Την επιθυμία του αυτή ωστόσο, όπως και άλλες επιθυμίες ή προτάσεις του που μας αφορούσαν, τις διατύπωνε πάντα διακριτικά. Πάντα έδινε χώρο στο διάλογο, σεβόταν απόλυτα τα θέλω μας και στήριζε τις αποφάσεις μας. Μας άφηνε να κάνουμε τα λάθη μας, και ήταν εκεί να μας πιάσει, αν τελικά πέφταμε. Ποτέ δε μας μάλωνε και το μόνο που έλεγε ακόμα και σε μεγάλη ηλικία όταν διαφωνούσε με κάτι που κάναμε, ήταν ότι θα έπρεπε να μας τραβήξει λίγο το αυτάκι. 

Όταν όμως τα θέματα αφορούσαν το χωριό, την πόλη, το λεκανοπέδιο, εκεί δεν τραβούσε απλά αυτάκια, άλλα άστραφτε και βρόνταγε. Δεν το χωρούσε το μυαλό του, ότι υπήρχαν πολιτικοί που κέρδιζαν χρήματα εις βάρος των πολιτών, ή πολιτικοί που αδιαφορούσαν για το μέλλον. «Σιγά μην είναι ο μπαμπάς σου άγιος, έτσι που είναι μπλεγμένος στα πολιτικά» σχολίαζαν πάλι οι νεαροί ενήλικες φίλοι μου. Τι να πω… Αν μάθω ότι ο πατέρας μου διατηρούσε καταθέσεις σε εξωχώρια τράπεζα και ακίνητα στο κέντρο του Παρισιού, που χαιρόταν παρέα με πασοκοθρεμμένους φίλους του και τόσα χρόνια δε μας το είχε πει, δε θα του το συγχωρήσω. Πολλές φορές αναρωτιέμαι πως θα ήταν, αν ήταν όντως διεφθαρμένος όπως τον ήθελαν τα στερεότυπα. Θα τον έτρωγε άραγε το ίδιος άγχος; Γιατί το να παλεύεις για το δίκαιο στην πολιτική, είναι σαν να παλεύεις να διώξεις τον καπνό σε χώρο καπνιζόντων, προσπαθώντας ταυτόχρονα να μην τον εισπνεύσεις. Αλλά αυτό έκανε ο μπαμπάς. Για εκείνον, αυτός ο τρόπος ζωής ήταν μονόδρομος.

Επιλογή του ήταν ωστόσο, να βάλει την οικογένεια πάνω απ’ την οποιαδήποτε προσωπική του φιλοδοξία. Με δυο πτυχία Πανεπιστημίου στην τσέπη και ένα τρίτο να τρέχει (Νομική Αθηνών) μπορούσε να φύγει από τα Γιάννενα και να κυνηγήσει την καριέρα του στην πρωτεύουσα. Επέλεξε όμως να μείνει, για να έχει φυσική παρουσία δίπλα στις αδερφές του, θύματα όλοι μιας κοινωνίας που θέλει τις ανύπαντρες γυναίκες εξ’ ορισμού ανήμπορες και τον αδερφό προστάτη. Κι ας ήταν οικονομικά ανεξάρτητες και οι δύο. Ο αδερφός επέλεξε να μείνει στα Γιάννενα και στο Κουτσελιό, για το καλό όμως τελικά και των παραλίμνιων χωριών που τον τίμησαν με την ψήφο τους και τον εξέλεξαν Δήμαρχο Παμβώτιδος την τετραετία 2003-2006. Και ακόμα και όταν δεν ήταν πλέον στην ενεργό πολιτική δράση, εξακολουθούσε να δίνει το παρόν, κάνοντας δημόσιες παρεμβάσεις, όποτε έκρινε απαραίτητο. 

Ήταν τόσο πολύ και πάντα εκεί για όλους μας, που είχαμε παραπλανηθεί ότι θα είναι εκεί για πάντα. Τους μήνες που ακολούθησαν μετά τη διάγνωση, θέλησα να είμαι πλάι του όσο περισσότερο γινόταν. Τον κοιτούσα σε μια προσπάθεια να τον κινηματογραφήσω με τα μάτια μου και να γεμίσω με τις εικόνες αυτές το μυαλό μου. Δεν μπορούσα να το πιστέψω ότι σε λίγο καιρό δε θα ήταν πια στη ζωή. Προσπαθούσα να κατανοήσω πως γίνεται κάτι τόσο συγκλονιστικό για τον οικογενειακό μας μικρόκοσμο, να είναι ταυτόχρονα τόσο ασήμαντο για το σύμπαν. Κάτι που αργά ή γρήγορα θα συμβεί σε όλους. Σε καθημερινό επίπεδο δυσκολεύομαι ακόμα να δεχτώ ότι δεν μπορώ να έχω το σχόλιό του, το χαμόγελό του, τη συμβουλή του. Δυσκολεύομαι να δεχτώ την τωρινή κατάσταση του σώματός του, και θα ήθελα να είμαι αρκετά θρησκευόμενη, ώστε να είμαι ήρεμη με την κατάσταση της ψυχής του. Ακόμα δεν έχουμε τη δύναμη να δούμε βίντεο ή να κοιτάξουμε φωτογραφίες του. Ξέρω όμως ότι θα τη βρούμε, γιατί τόσο ο τρόπος που έζησε τη ζωή του όσο και ο τρόπος που διαχειρίστηκε το τέλος της, μας έδειξε ότι τίποτα δεν πρέπει να μας σταματάει από το να προχωράμε τη δική μας και να γινόμαστε κάθε μέρα καλύτεροι.

Του άρεσε πολύ το απόφθεγμα του Γκάντι «πρέπει να γίνεις η αλλαγή που θέλεις να έρθει». Τέλειοι δε μπορούμε να γίνουμε. Ας προσπαθήσουμε ωστόσο να πληγώνουμε όσο το δυνατόν λιγότερους και να βοηθάμε το δυνατόν περισσότερους. Όπως έκανες εσύ μπαμπάκα μου.

Πένυ Κρανά

Show Buttons
Hide Buttons