Υποψήφιοι…

Υποψήφιοι…

Ως γνωστόν οι αριθμοί λένε την αλήθεια.

Ας το δούμε στις εισαγωγικές εξετάσεις για την τριτοβάθμια εκπαίδευση.

Ακαδημαϊκή χρονιά 1978-79: Υποψήφιοι 87.417, εισάγονται 13.715.

Ακαδημαϊκή χρονιά 2020-21: Υποψήφιοι 105.450, εισάγονται 81.413.

Στην πρώτη περίπτωση ποσοστό επιτυχίας 15%, στην άλλη 77%.

Επίσης η Ελλάδα βρίσκεται στην πρώτη θέση της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην αναλογία του αριθμού φοιτητών σε σχέση με τον συνολικό πληθυσμό της χώρας και είναι πρώτη στην ανεργία των νέων πτυχιούχων.

Η έκθεση της Αρχής Διασφάλισης Ποιότητας της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, διαπιστώνει ότι το 50% των αποφοίτων των λυκείων της χώρας είναι λειτουργικά αναλφάβητοι. Τι σας λένε τα δεδομένα αυτά; Πάντως όχι το ίδιο για όλους.

Για πολλούς (εδώ) δεν είναι λάθος το γεγονός ότι μπορεί κάποιος να εισαχθεί σε ελληνικό πανεπιστημιακό τμήμα με επίδοση τη μονάδα, ούτε αποτελεί πρόβλημα ότι το ένα τρίτο των επιτυχόντων έχει γράψει κάτω από δέκα. Γι’ αυτούς τα νούμερα αυτά δεν περιγράφουν την αποτυχία ενός εκπαιδευτικού συστήματος. Περιγράφουν την επιτυχία μιας άλλης «κοινωνικής πολιτικής». Σ’ αυτή τη λογική, δωρεάν δημόσιο πανεπιστήμιο για όλους σημαίνει υπηρεσία καθολικής αποκατάστασης. Στην ουσία είναι μορφή «διορισμού». (Τα δύο «δ» που στοίχειωσαν την πορεία της χώρας: «δωρεάν και διορισμός»).

Έτσι τα πανεπιστήμια γίνονται κοινωνικά ιδρύματα δημιουργικής απασχόλησης ορισμένου χρόνου, για να εξασφαλίσει έτσι το κράτος «αναβολή» στην ανεργία των αποφοίτων.

Η καθιέρωση ενός συστήματος με αυστηρότερα κριτήρια εισαγωγής καταγγέλλεται ως μέτρο «ταξικό» που θα άφηνε εκτός ιδρύματος τους κοινωνικά ευπαθείς. Στην πραγματικότητα δεν υπάρχει πιο «ταξικό» από το να προεξοφλείς ότι οι διαγωνιζόμενοι χαμηλότερων κοινωνικών τάξεων είναι καταδικασμένοι και σε χαμηλότερες επιδόσεις, συμβιβαζόμενος με την ιδέα ότι το δημόσιο σύστημα εκπαίδευσης υπάρχει μόνο ως εκδοτήριο πιστοποιητικών παραμυθίας (ότι και όπως και να φοιτάς, είσαι παιδί μου φοιτητής).

Έτσι όλοι μαζί κοροϊδευόμαστε και κρυβόμαστε πίσω από το δάκτυλό μας. Ένας εντελώς εξωπραγματικός, απόλυτα μη ρεαλιστικός , αριθμός νέων πολιτών, λαμβάνει την ιδιότητα του φοιτητή, που αυτόματα του δίνει σε βάθος χρόνου την ιδιότητα του αδιόριστου, σύμφωνα με την επικρατούσα αντίληψη της ελληνικής κοινωνίας ως σύνολο, που αρνείται και σήμερα να αντιμετωπίσει την δυσάρεστη αυτή πραγματικότητα και να κινηθεί προς την εντελώς αντίθετη κατεύθυνση, στο τέλος της οποίας όμως υπάρχει ακόμα και η κατάργηση τμημάτων.

Εδώ να φανταστείτε έγινε απ’ τους Συριζαίους η μετατροπή των ΤΕΙ σε ΑΕΙ «χωρίς να ανοίξει μύτη», μια και ήταν ένα γεγονός που άφησε τους πάντες ικανοποιημένους. Τους εισακτέους που ονομάζονται φοιτητές και όχι σπουδαστές, τους γονείς τους που αισθάνονται υπερήφανοι για την επιτυχή αναβάθμιση των τίτλων σπουδών, τους καθηγητές που ξαφνικά έγιναν καθηγητές πανεπιστημίων, τους πολιτικούς που ικανοποίησαν τους ψηφοφόρους τους, τις ντόπιες κοινωνίες που βιοπορίζονται μέσα από την πολυδιάσπαση των πανεπιστημίων και «πολυτεχνείων» σε κάθε γωνία της πατρίδας μας.

Έφτασε όμως η στιγμή, ο λαϊκισμός να δώσει την θέση του στον ρεαλισμό και η πτυχιολατρεία στον ορθολογισμό. Διαθέτουμε το μεγαλύτερο αριθμό γιατρών, φαρμακοποιών και οδοντιάτρων κατά κεφαλή στην Ευρώπη, αλλά έχουμε ένα από τα χειρότερα και πιο υποβαθμισμένα συστήματα υγείας. Διαθέτουμε επίσης το μεγαλύτερο ποσοστό κατά κεφαλή φοιτητών, πτυχιούχων και εν ενεργεία παιδαγωγών, δασκάλων, φιλολόγων, μαθηματικών, φυσικών, χημικών, θεολόγων και λοιπών καθηγητών δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης ίσως σε ολόκληρο τον πλανήτη, αλλά μια ιδιαίτερα χαμηλού επιπέδου εκπαίδευση.

Υπάρχουν σχολές Διοίκησης Επιχειρήσεων και Κοινωνιολογίας σχεδόν σε κάθε επαρχιακή πόλη. Ρωτήθηκαν όμως αλήθεια οι νέοι τι τους ενδιαφέρει; Να έχουν τον τίτλο του φοιτητή ή να κάνουν κάτι ουσιαστικό στη ζωή τους ζώντας ευτυχισμένοι και όχι «επιτυχημένοι»; Τι ενδιαφέρει τους γονείς; Να είναι υπερήφανοι που το παιδί τους σπουδάζει, ή να κάνει κάτι που αύριο θα αλλάξει τη ζωή του προς το καλύτερο;

Τι ενδιαφέρει το πολιτικό προσωπικό; Να γεμίζει τα πανεπιστήμια με κόσμο ή να διαχειριστεί το περίπλοκο θέμα της ανεργίας των πτυχιούχων; Τι ενδιαφέρει τους φορολογούμενους; Να πιάνουν τα λεφτά τους τόπο ή να τα εκμεταλλεύονται οι ντόπιες κοινωνίες, μέσω των διάσπαρτων πανεπιστημιακών σχολών;

Ας επανεξετάσουμε λοιπόν το μοντέλο της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που ακολουθούμε, μια και τα ποσοτικά (23 πανεπιστήμια, 459 τμήματα) αλλά και τα ποιοτικά στοιχεία δεν είναι καλά.

(Από τη στήλη «Ο αλιεύς»)

Γρηγόριος Φαρμάκης 

Show Buttons
Hide Buttons