Born in the U.S.A.

Born in the U.S.A.

Eπ’ αφορμή αναλύσεων που ακούμε και διαβάζουμε κατά κόρον τις τελευταίες ημέρες για τις αμερικάνικες εκλογές, να μη ξεχνάμε ότι η Δημοκρατία είναι πολιτικό σύστημα και όχι ηθικό δικαστήριο. Δεν αποφασίζει το σωστό ή λάθος, ούτε το καλό και το κακό.

Γι’ αυτό η υποταγή της σε κριτήρια ηθικής ή ορθότητας οδηγεί συνήθως σε διχασμό. Και απ’ τις δύο πλευρές. Είναι εν τέλει η δύναμη του μέσου απλού ψηφοφόρου.

Eπίσης να έχουμε υπ’ όψιν μας ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν είναι μόνο η Νέα Υόρκη, το Σαν Φρανσίσκο, η Βοστόνη, η Ουάσινγκτον, το Σικάγο και το Λος Ανζελες. Όπως εύστοχα είπε ο Ιταλός συγγραφέας Ρομπέρτο Σαβιάνο στη «Repubblica» κληθείς να σχολιάσει τις αμερικανικές εκλογές-και προφανώς υπό το κράτος της απογοήτευσης για το απρόσμενα υψηλό ποσοστό του Τραμπ- «είναι ένας κόσμος αχανούς αμάθειας».

«Οι Δημοκρατικοί και οι Ευρωπαίοι αναφέρονται σε μια χώρα που δεν υπάρχει. Η Αμερική δεν είναι οι διανοούμενοι της ανατολικής ακτής, οι αναγνώστες των «New York Times», τα μεγάλα πανεπιστήμια, η έρευνα και η καινοτομία. Είναι η ισχυρότερη και πλουσιότερη τριτοκοσμική χώρα του πλανήτη, που βιώνει εδώ και δεκαετίες μια πολιτιστική καταστροφή», τόνισε έξω από τα δόντια ο βραβευμένος συγγραφέας της «Γκομόρα» και και υπ’ αριθμόν 1 στόχος της ναπολιτάνικης μαφίας.

Η εικόνα που έχουμε στην Ευρώπη είναι εντελώς ψευδής. Οι άνθρωποι του πνεύματος που υποληπτόμαστε και αναπαράγουμε (συγγραφείς, δημοσιογράφοι, οικονομολόγοι, όπως ο Γκαλμπρέιθ, ο Τσόμσκι, ο Κρούγκμαν) δεν μετράνε καθόλου στην Αμερική. «Η βαθιά Αμερική, όπου ζουν άνθρωποι που είναι συχνά φονταμενταλιστές από θρησκευτική άποψη, ναταλιστές στο οικογενειακό πεδίο, απομονωτιστές στην εξωτερική πολιτική και συντηρητικοί στην οικονομία, χαρακτηριζόταν πάντα από μια υπόγεια εξέγερση εναντίον όλων αυτών των επώδυνων εκδηλώσεων των σύγχρονων μαρτυρίων μας». Αυτά έγραφε ο αμερικανός ιστορικός Ρίτσαρντ Χοφστάντερ στο περίφημο βιβλίο του «Ο αντιδιανοουμενισμός στην αμερικανική ζωή», που κυκλοφόρησε το 1963.

Ήταν μια περίοδος που ο Τζον Κένεντι αξιοποιούσε στο έπακρο σε θέσεις-κλειδιά διανοούμενους και τεχνοκράτες. Όπως επισημαίνει όμως, έξι δεκαετίες αργότερα, ο συγγραφέας Ντάγκλας Κένεντι, ο Χοφστάντερ ήξερε ότι η δυσπιστία των Αμερικανών απέναντι στη γνώση είναι βαθιά ριζωμένη. Μπορεί η Αμερική να φιλοξενεί τα καλύτερα πανεπιστήμια του κόσμου, μπορεί η λογοτεχνία της, ο κινηματογράφος της και η μουσική της να λάμπουν, αλλά παραμένει μια χώρα που το 70% των πολιτών της πιστεύει στον Θεό και το 48% των πιστών της πιστεύει στους αγγέλους. Εκατομμύρια άνθρωποι επηρεάζονται από τη γνώμη της Κιμ Καρντάσιαν και του συζύγου της Κάνιε Γουέστ, που διεκδίκησε τυπικά την προεδρία, αλλά στην πραγματικότητα ήταν λαγός του Τραμπ.

Ο Σαβιάνο δεν παρέλειψε να αναφερθεί στην εκτεταμένη φτώχεια και στις τεράστιες κοινωνικές ανισότητες της Αμερικής, τις οποίες ξέρει καλύτερα ο συγγραφέας και δοκιμιογράφος των «New York Times», Ανταμ Γκόπνικ.«Η Αμερική επιβεβαίωσε πως είναι ένα έθνος βαθιά ατομιστικό, που προκαλεί φόβο. Παρά την καταστροφή που προκάλεσε η Covid-19, o λαϊκισμός του Τραμπ αποδείχθηκε αποτελεσματικός επειδή πολλοί ψήφισαν με κριτήριο «τι με συμφέρει». Για να μην πούμε ότι η «βαθιά Αμερική» απέρριψε την ταυτοτική πολιτική των Δημοκρατικών και τη “συμμαχία των μειονοτήτων”».

Για την οπτική μου οι αμερικάνικες εκλογές ήταν μια μάχη μεταξύ ενός επιχειρηματία που τρέφει βαθιά περιφρόνηση για τους γύρω του και ενός πολιτικού που γνωρίζει τι σημαίνει ενσυναίσθηση και ανθρώπινος πόνος γιατί έχει πονέσει και κείνος πολύ στη ζωή του.

H ενσυναίσθηση έχει ιδιαίτερη βαρύτητα στην περίοδο που ζούμε. Πολύ περισσότερο μάλιστα σε μια χώρα που μετρά 240000 νεκρούς εξαιτίας ενός ιού τον οποίο ο πρόεδρος της αγνόησε, υποτίμησε, εκμεταλλεύτηκε ακόμα κι όταν προσέβαλε τον ίδιο. Aυτό όμως ήταν το μοιραίο του λάθος. Η αδιαφορία του για τον κορωνοϊό έφερε με εκρηκτικό τρόπο στην επιφάνεια αυτό που όλοι ήξεραν, αλλά οι μισοί δεν ήθελαν να το πιστέψουν: ότι το μόνο που τον νοιάζει είναι ο εαυτός του και μερικοί ακόμη άνθρωποι.

Ο Τραμπ δεν απεχθάνεται μόνο τους ισπανόφωνους, τους μαύρους, τους δημοκρατικούς θεσμούς και την επιστήμη. Χαρακτηρίζεται από παντελή έλλειψη ενσυναίσθησης. Ο αντίπαλός του, αντίθετα, μπορεί να μη διαθέτει χάρισμα, μπορεί να έχει πολλά μειονεκτήματα, αλλά έχει ειλικρινή συναισθήματα. Και αυτό φαίνεται. Είναι αυτό που του έδωσε τη νίκη. Είναι ο «καλός» του αμερικάνικου σινεμά που στο τέλος κερδίζει.

Από τη στήλη «Ο Αλιεύς» 

Γράφει ο Γρηγόριος Φαρμάκης

Show Buttons
Hide Buttons